Η Πρωτοβουλία Τοπικής Ανάπτυξης Φιλίππων, δημιουργήθηκε από πολίτες για να διεκδικήσει για την περιοχή των Φιλίππων, τη δημιουργία ενός δήμου, του Δήμου Φιλίππων, που να πληροί όλα εκείνα τα κριτήρια που θα εμβαθύνουν τη δημοκρατία και ταυτόχρονα θα δίνουν προοπτικές ισχυρής ανάπτυξης του τόπου μας.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ. 26 ΜΑΙΟΥ 1916. ΞΕΚΙΝΑ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. ( φωτογραφία: Σερραίοι όμηροι των Βουλγάρων συγκεντρωμένοι σε κάποιο χωριό του κάμπου των Φιλίππων 1916 ).

26 Μαίου του 1916 ξεκινά η εισβολή του Βουλγαρικού στρατού στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Αυτό που ακολουθεί είναι ενά πολύ καλό άρθρο του επ. καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ, Ιακόβου Δ. Μιχαηλίδη, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, στις 25/11/2011. Τον Οκτώβριο του 1915 η Βουλγαρία προσχώρησε επίσημα στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Λίγους μήνες αργότερα, στις 13-26 Μαΐου του 1916, το οχυρό Ρούπελ στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο παραδόθηκε με εντολή της Αθήνας στους Γερμανούς. Ακολούθησε, στις αρχές Αυγούστου, η εισβολή και η κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας από γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα. Ανδρες της δεύτερης βουλγαρικής στρατιάς, κινούμενοι αστραπιαία και παρά
τις περί του αντιθέτου αρχικές διαβεβαιώσεις, κατέλαβαν στρατηγικά σημεία της μακεδονικής ενδοχώρας. Συνάντησαν δε την αμήχανη αντίδραση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων, τα οποία, υπακούοντας σε άνωθεν εντολές, δεν προέβαλαν καμία αντίσταση. Μοναδική εξαίρεση στάθηκε το 18ο Σύνταγμα Πεζικού της 6ης Μεραρχίας με διοικητή τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου. Λίγο αργότερα το Δ΄ Σώμα Στρατού παραδόθηκε στις δυνάμεις Κατοχής και μεταφέρθηκε στην πόλη Γκέρλιτς της Γερμανίας.
Στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας η είδηση της εισόδου των βουλγαρικών στρατευμάτων προκάλεσε ένταση και αναταραχή. Αναβίωσαν τότε οι οδυνηρές μνήμες του Μακεδονικού Αγώνα και των Βαλκανικών Πολέμων.
Η κατάρρευση κάθε στρατιωτικής αντίστασης, έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, οδήγησε στην πλήρη επιβολή της βουλγαρικής κατοχής. «Η βουλγαρική προέλασις είχε τον χαρακτήρα επιδρομής άγριων στιφών», γράφει ο Γεώργιος Βεντήρης στην Ιστορία του, παρατήρηση που λάμβανε υπ' όψιν της πως τα τακτικά βουλγαρικά στρατεύματα ακολουθούσαν άτακτες ομάδες κομιτατζήδων, όπως ο διαβόητος για τη δράση του στον Μακεδονικό Αγώνα Πανίτσα.
Ακολούθησε μια περίοδος μεγαλύτερη των δύο χρόνων, ιδιαίτερα ζοφερή για τους Ελληνες της περιοχής. Οι βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις επέβαλαν διάφορους περιορισμούς και απαγορεύσεις, ενώ σύντομα εμφανίσθηκαν προβλήματα στον επισιτισμό των κατοίκων και την τροφοδοσία της τοπικής αγοράς με τρόφιμα, τα οποία επιτάχθηκαν για τις ανάγκες του στρατού Κατοχής. Καθορίσθηκε νέα ισοτιμία ανάμεσα στη δραχμή και το λέβα, ιδιαίτερα ευνοϊκή για το βουλγαρικό νόμισμα, ενώ επιβλήθηκε η διδασκαλία της βουλγαρικής γλώσσας στα σχολεία και η χρήση της στις εκκλησίες. Ταυτόχρονα, συλλήψεις για ασήμαντες αφορμές, φυλακίσεις δίχως αιτιολογημένες δικαστικές αποφάσεις, υποχρεωτική παροχή εργασίας (αγγαρείες), προπηλακισμοί και ταπεινώσεις σε βάρος των Ελλήνων αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας.
Σύμφωνα με έκθεση του Ελληνα πρεσβευτή στη Σόφια, έως τον Απρίλιο του 1917 περίπου 6 χιλιάδες άτομα πέθαναν από ασιτία μόνο στην περιοχή της Καβάλας. Αναμφίβολα το πιο ειδεχθές πρόσωπο της βουλγαρικής κατοχής υπήρξε ο εκτοπισμός Ελλήνων της περιοχής στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, διαδικασία η οποία ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1917 και διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια. Αν και αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία είναι δύσκολο να ανευρεθούν, οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται κατά βάση από το Ιστορικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών, το οποίο στη διάρκεια του 1919 συνέλεξε στοιχεία κατά την παλιννόστηση των εκτοπισμένων από τα πρακτικά της ειδικής διεθνούς ανακριτικής επιτροπής, αλλά και από αφηγήσεις των ίδιων των εκτοπισμένων και των συγγενών τους.
Υπολογίζεται, πάντως, πως αρκετές χιλιάδες Ελληνες ηλικίας κυρίως 17-60 ετών εκτοπίσθηκαν στη Βουλγαρία, πολλοί από τους οποίους δεν κατόρθωσαν τελικά να επιστρέψουν ζωντανοί. Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, στρατόπεδο της Σιούμλας και Κάρνομπατ υπήρξαν ορισμένοι από τους τόπους εξορίας, στους οποίους τοποθετήθηκαν οι Ελληνες αιχμάλωτοι. Ατέλειωτα καραβάνια αιχμαλώτων μεταφέρονταν πεζή και στη συνέχεια με τρένα κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ακόμη χειρότερες όμως υπήρξαν οι συνθήκες διαβίωσής τους στη βουλγαρική ενδοχώρα.
Η κατάσταση, με την οποία ήρθαν αντιμέτωποι οι Ελληνες στρατιωτικοί και πολιτικοί αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, αλλά και της Δυτικής Θράκης λίγο αργότερα, ήταν τραγική. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Βενιζέλος υπήρξε αυτόπτης μάρτυράς της, επισκεπτόμενος άμεσα τις Σέρρες. Εκεί τον υποδέχθηκε αντιπροσωπεία των κατοίκων, περιγράφοντας αναλυτικά τα δεινά της βουλγαρικής διοίκησης.
Μια από τις πρώτες ενέργειες της ελληνικής διοίκησης ήταν η μέριμνα για τον επισιτισμό της περιοχής. Δουλειά κολοσσιαία και δύσκολη, αφού οι ανάγκες ήταν πολλές και τα διαθέσιμα μέσα ελάχιστα. Ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, όπως ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν και ο Αναστάσιος Αδοσίδης, στάλθηκαν επί τόπου, προκειμένου να συντονίσουν ανθρωπιστική αποστολή υπέρ ενός πληθυσμού που μαστιζόταν από φτώχεια και κακές συνθήκες διαβίωσης. Από κοινού δραστηριοποιούνταν και ανθρωπιστικές αποστολές συμμαχικών δυνάμεων, ενώ πολύτιμη υπήρξε η συνδρομή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού με επικεφαλής τις Πηνελόπη Στεφάνου Δέλτα και Ελλη Αδοσίδου. Συσσίτια, πρόχειρα νοσοκομεία και διανομή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού υπήρξαν οι πρώτες ενέργειες για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Δρ. Τάσος Σαββίδης
Κρηνίδες Φιλίππων, 01/04/2017


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου