Η Πρωτοβουλία Τοπικής Ανάπτυξης Φιλίππων, δημιουργήθηκε από πολίτες για να διεκδικήσει για την περιοχή των Φιλίππων, τη δημιουργία ενός δήμου, του Δήμου Φιλίππων, που να πληροί όλα εκείνα τα κριτήρια που θα εμβαθύνουν τη δημοκρατία και ταυτόχρονα θα δίνουν προοπτικές ισχυρής ανάπτυξης του τόπου μας.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ. 20 ΜΑΙΟΥ 325 μ. Χ. ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΩΝ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ. ( εικόνα!Νωπογραφία της Οικουμενικής Συνόδου, Sistine Salon στο Βατικανό )



       20 Μαίου του 325 μ. Χ. Η πρώτη οικουμενική σύνοδος των χριστιανων ξεκινά τις εργασίες της στη Νίκαια. Την χρονιά εκείνη επίσκοπος Φιλίππων ήταν ο Νικόλαος, ο οποίος συμμετείχε στις εργασίες της πρώτης οικουμενικής συνόδου. Οι επίσκοποι και μητροπολίτες Φιλίππων ( όσο και αν αυτό χαλάει τα παραμυθάκια της ΙΗ΄ Εφορίας αρχαιοτήτων της Καβάλας που κάνουν τα πάντα για να μειώσουν την ιστορικότητα των Φιλίππων ) συμμετείχαν σχεδόν σε όλες τις οικουμενικές συνόδους, τόσο τις επίσημες και αναγνωρισμένες ( επτά ), όσο και τις υπόλοιπες. Το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α΄ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.
Οι εξελίξεις αυτές είχαν μακροχρόνιες επιρροές θεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στην Ανατολή κατά τη διάρκεια όλου του Μεσαίωνα. Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους ( στην ουσία αντιγράφω από το ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ για να καταδείξω πόσο εύκολο είναι να βρεί κανείς πληροφορίες για τους Φιλίππους ).
Ο συνοδικός θεσμός στην εκκλησία κατά τα πρότυπα της Αποστολικής Συνόδου του 49  μ. Χ. είχε εισαχθεί από τα μέσα του δευτέρου αιώνα με αφορμή τον Μοντανισμό. Στόχος ήταν η καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών, ο κοινός αγώνας αναίρεσης της λανθασμένης, κατά την άποψη της εκκλησίας, θεολογίας και η καταστολή της ηθικής διαφθοράς που γινόταν εμφανής μέσα στον κλήρο. Στην ουσία οι σύνοδοι για την εκκλησία αποτελούσαν την επιβεβαίωση της κοινής πίστης στην Αποστολική παράδοση του όλου σώματος της εκκλησίας, η οποία επιτυγχανόταν με την κοινωνία των επισκόπων.

Στις αρχές όμως του 4ου αιώνα η εμφάνιση του Αρειανισμού, παρά την αντιμετώπισή του από τοπικές και υπερτοπικές συνόδους, δεν έφτασε σε συνθήκη ειρήνευσης μεταξύ των μελών της εκκλησίας με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να συγκαλέσει σύνοδο. Η σύνοδος αυτή αρχικά προοριζόταν για τις εκκλησίες της ανατολής, μετά από πρόταση του Όσίου της Κόρδοβα δέχτηκε να διεξαχθεί με τη συμμετοχή επισκόπων από κάθε τοπική εκκλησία, μεταθέτοντας την αρχική τοποθεσία από την Άγκυρα της Γαλατίας στη Νίκαια της Βιθυνίας  ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των συγκεκλημένων. Ένας άλλος λόγος για την αλλαγή του τόπου της συνόδου είναι το γεγονός ότι επίσκοπος στην Άγκυρα ήταν ο μανιώδης πολέμιος του Αρειανισμού Μάρκελλος, γεγονός που καθιστούσε επικίνδυνη την έλευση των επισκόπων που τάσσονταν υπέρ του Αρείου. Αντίθετα η Νίκαια υπαγόταν στην μητροπολιτική περιοχή του αρειανού Ευσεβίου Νικομηδείας  και είχε επίσκοπο τον σύμμαχο των αρειανών Θέογνη. Επίσης, επειδή ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να συμμετάσχει στη σύνοδο, η Νίκαια που βρισκόταν πολύ κοντά στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα ,Νέα Ρώμη ή Κωνταντινούπολη, αποτελούσε πιο βολικό προορισμό· η παρουσία του αυτοκράτορα θα του έδινε τη δυνατότητα να ελέγχει την κατάσταση και να πιέσει ώστε να υπάρξει συναίνεση ως προς το αποτέλεσμα της συνόδου.
Η προετοιμασία της συνόδου είχε ήδη προηγηθεί καθότι δύο σύνοδοι το 234 και 325, στην Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια αντίστοιχα, είχαν επιληφθεί του υφισταμένου προβλήματος. Η απόφαση για τη σύγκλησή της ελήφθη το ίδιο έτος και ουσιαστικά αποτέλεσε την απαρχή ενός νέου τρόπου συνοδικής έκφρασης της εκκλησίας. Για την εκκλησία όμως η διεύρυνση με τη συμμετοχή του πλήρους σώματος της εκκλησίας δε σήμαινε και τον υποβιβασμό των προηγουμένων συνόδων, αφού και οι αποφάσεις των συνόδων ίσχυαν μέχρι την αρχή τέλεσης των οικουμενικών, αλλά απηχούσε την οικουμενική διάσταση της πίστης των τοπικών εκκλησιών την ώρα που η οικουμενική συνοδική έκφραση καλείτο να εκφράσει την επί μέρους στο σύνολο. Όσον αφορά τη Δυτική εκκλησία, ελάχιστοι εκκλησιαστικοί ηγέτες συμμετείχαν στη σύνοδο καθώς δεν έδειχναν ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τις δογματικές διενέξεις των Ανατολικών
Η ημερομηνία έναρξης των εργασιών ήταν στις 20 Μαΐου του 325 και διάρκεσε τρισίμισι χρόνια (ή σύμφωνα με τον Πάπα Γελάσιο Β΄ εξίμισι χρόνια). Οι συσκέψεις διεξάχθηκαν σε ευκτήριο οίκο κατά τον Ευσέβιο, ενώ οι τακτικές συνεδριάσεις στον βασίλειο οίκον. Μάλιστα, μέχρι τις 25 Αυγούστου είχαν ολοκληρωθεί οι προκαταρκτικές συνεδριάσεις. Κατά την διάρκεια της συνόδου δεν κρατήθηκαν πρακτικά όπως αναφέρει ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας αν και υπήρξαν ενστάσεις από σύγχρονους θεολόγους. Μετά τον εναρκτήριο λόγο του Κωνσταντίνου ο αυτοκράτορας πήρε και έκαψε γραπτά αιτήματα που του είχαν παραδώσει προηγουμένως οι επίσκοποι και τα οποία περιείχαν αλληλοκατηγορίες, λέγοντας: Ο Χριστός απαιτεί από εκείνον που επιζητεί να λάβει συγχώρηση να συγχωρεί τον αδελφό του. Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο Όσιος. Ο αυτοκράτορας συμμετείχε στις εργασίες της συνόδου και χρησιμοποίησε την αυτοκρατορική του εξουσία και τις προσωπικές ικανότητες που διέθετε για να βοηθήσει τον Όσιο, ώστε να διατηρηθεί το επίπεδο της συζήτησης όσο ήταν δυνατό σε ευγενικό επίπεδο.

Δρ. Τάσος Σαββίδης
Κρηνίδες Φιλίππων, 19/05/2017.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου