Η Πρωτοβουλία Τοπικής Ανάπτυξης Φιλίππων, δημιουργήθηκε από πολίτες για να διεκδικήσει για την περιοχή των Φιλίππων, τη δημιουργία ενός δήμου, του Δήμου Φιλίππων, που να πληροί όλα εκείνα τα κριτήρια που θα εμβαθύνουν τη δημοκρατία και ταυτόχρονα θα δίνουν προοπτικές ισχυρής ανάπτυξης του τόπου μας.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ. 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1193 μ. Χ. ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Γ΄ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ, Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΘΕΣΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟ. ( ΧΑΡΤΗΣ: ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΤΟ 1254 )








       27 Απριλίου του 1193 μ. Χ.  Γεννιέται, στο Διδυμότειχο, ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης. Επί της βασιλείας του οι Φίλιπποι πέρασαν στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας ( 1235 ),μετά από πενταετή Βουλγαρική κατοχή. Ο Ιωάννης Γ’  Δούκας Βατάτζης κατάφερε να κερδίσει τεράστιες περιοχές είτε από την Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, είτε από τους Βούλγαρους και τους Σλαύους, είτε από το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ένα από τα επιχειρησιακά του κέντρα σε αυτές τις κατακτήσεις ήταν και οι Φίλιπποι. Γεννήθηκε στο Διδυμότειχο της Θράκης το 1193 ( δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ακριβή ημερομηνία γέννησής του ). Παρόλο που από τα μέσα του 12ου αιώνα αρκετές επιφανείς προσωπικότητες του Βυζαντίου (κυρίως στρατιωτικοί) φέρουν το επώνυμο Βατάτζης, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με ακρίβεια το γενεαλογικό του δένδρο. Κάποιες πηγές τον θέλουν γιο του στρατηγού Βασιλείου Βατάτζη και κάποιας ανεψιάς των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, της οποίας το όνομα δεν μας διασώζεται. Αλλού πάλι φέρεται ως εγγονός του Κωνσταντίνου Βατάτζη, στρατοπεδάρχη του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1148). Όλες αυτές οι πληροφορίες ελέγχονται για την ακρίβειά τους καθώς προέρχονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από συναξάρια που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες μετά την εποχή του και σε πολλές περιπτώσεις συγχέουν τον βίο του Ιωάννη με γεγονότα που συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη. Πάντως, είχε προγόνους και στην περίφημη οικογένεια των Δουκών, ενώ αδελφός του ήταν ο περίφημος σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Δούκας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας βρέθηκε στην Νίκαια Βιθυνίας, προφανώς ακολουθώντας το ρεύμα μετανάστευσης από τις λατινοκρατούμενες προς τις υπό βυζαντινό έλεγχο περιοχές. Εκεί, οι αρετές του αλλά και η ευγενική του καταγωγή εκτιμήθηκαν από τον Θεόδωρο Α΄, ο οποίος τίμησε τον νεαρό Ιωάννη με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (επικεφαλής του πρώτου τμήματος της αυτοκρατορικής φρουράς). Τέλος, ελλείψει άρρενος διαδόχου, ο Θεόδωρος επέλεξε τον Ιωάννη ως διάδοχό του δίδοντάς του την κόρη του Ειρήνη ως σύζυγό του.
Η άνοδος του Ιωάννη στον θρόνο της Νικαίας δεν βρήκε σύμφωνους τους αδερφούς του Θεοδώρου, Ισαάκιο και Αλέξιο Λάσκαρη. Δυσαρεστημένοι, κατέφυγαν στην αυλή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ροβέρτου Β΄ ντε Κουρτεναί ζητώντας βοήθεια για την ανατροπή του Ιωάννη. Μάλιστα προς επισφράγιση της συμμαχίας τους, τού πρόσφεραν το χέρι της ανηψιάς τους, κόρης του Θεοδώρου, Ευδοκίας, την οποία είχαν απαγάγει και φέρει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη. Το συνοικέσιο μάλλον δεν ευόδωσε αλλά ο Ροβέρτος βοήθησε τους αδερφούς Λάσκαρη να στρατολογήσουν μισθοφόρους όπως επίσης και προσφέροντάς τους στρατό.
Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις αρχές του 1223 όταν ο φραγκικός στρατός των Λασκαριδών διεκπεραιώθηκε στην Βιθυνία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Ποιμανηνό το επόμενο έτος, όπου ο στρατός του Βατάτζη, με τον ίδιο επικεφαλής, συνέτριψε τους αντιπάλους. Πρόκειται για μεγάλης σπουδαιότητας νίκη: οι Φράγκοι έχασαν τις περισσότερες μικρασιατικές κτίσεις τους, προς όφελος της Νικαίας, εξαιρουμένων των παραλίων απέναντι από την Πόλη και την Νικομήδεια, η δε εξασθένισή τους λόγω της καταστροφής μεγάλου τμήματος του στρατού τους, έκανε τον Ιωάννη ακόμα τολμηρότερο. Πράγματι ο αυτοκράτορας της Νίκαιας μετέφερε τον πόλεμο στα ευρωπαϊκά λατινοκρατούμενα εδάφη καθώς και στα απέναντι των παραλίων της Μικράς Ασίας νησιά του Αιγαίου. Με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε κοντά στην Λάμψακο (απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι Ενετοί) τα στρατεύματα του Βατάτζη διέσχισαν τον Ελλήσποντο και κυρίευσαν αρκετές πόλεις της Θράκης, ενώ οι Λατίνοι περιορίστηκαν πίσω από τα τείχη της Πόλης, μη δυνάμενοι να υπερασπίσουν τις κτίσεις τους. Από τα νησιά του Αιγαίου κατελήφθησαν η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ικαρία, η Κως και άλλα μικρότερα. Το σημαντικό νησί της Ρόδου, καθώς και άλλα των Δωδεκανήσων, εκυβερνάτο από τον βυζαντινό άρχοντα Λέοντα Γαβαλά, ο οποίος, κατόπιν αρκετών αμφίρροπων εχθροπραξιών, δέχτηκε εν τέλει την επικυριαρχία του Βατάτζη (1233).
Ενώ όμως όλα έβαιναν καλώς για το κράτος της Νίκαιας, και ενώ ο Ιωάννης είχε ξεκινήσει τη βασιλεία του με τόσο καλούς οιωνούς, άρχισε να εξυφαίνεται στην Νίκαια συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα. Επικεφαλής των συνωμοτών, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του αυτοκράτορα, ήταν ο εξάδελφος και στενός συνεργάτης του, Ανδρόνικος Νέστογγος. Ο Ιωάννης, όμως, πληροφορήθηκε εγκαίρως τα περί συνωμοσίας και εγκαταλείποντας τις επιχειρήσεις, επέστρεψε ταχέως στην Νίκαια σώζοντας έτσι τον θρόνο του. Ωστόσο μέχρι το 1235 δεν επιχείρησε να ηγηθεί προσωπικά στρατιωτικών επιχειρήσεων για την επέκταση των συνόρων, έχοντας ως πρώτιστο σκοπό την εδραίωση της θέσης του και την ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων.
Στον αντίποδα της μικρασιατικής αυτοκρατορίας είχε δημιουργηθεί το Δεσποτάτο της Ηπείρου, το οποίο ενσάρκωνε τις ελπίδες των Βυζαντινών της Βαλκανικής χερσονήσου για την αποτίναξη του λατινικού όσο και του βουλγαρικού ζυγού. Το Δεσποτάτο, με πρωτεύουσα την Άρτα,  περιλάμβανε τμήματα της σημερινής Αλβανίας, Δυτικής Ελλάδας ( Ηπειρος, Δυτ. Μακεδονία, Δυτ. Στερεά). Σύντομα, υπό την ηγεσία του ικανού, θυελλώδους όσο και τυχοδιώκτη Θεοδώρου Δούκα Αγγέλου, ακολούθησε επεκτατική πολιτική καταλαμβάνοντας το 1223 την Θεσσαλονίκη καθώς και μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Θράκης. Φαινόταν λοιπόν, ότι η Ήπειρος θα πετύχαινε την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας. Το 1227 μάλιστα ο μονάρχης της Ηπείρου εγκατέλειψε τον τίτλο του Δεσπότη και στέφθηκε αυτοκράτορας στην Θεσσαλονίκη.
Επίσης, ο βασιλέας των Βουλγάρων Ιωάννης Β΄ Άσεν ( 1218 – 1241 )διεκδικούσε κι αυτός τον αυτοκρατορικό τίτλο φέροντας την προσωνυμία «αυτοκράτωρ Βουλγάρων και Ρωμαίων».

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου από το 1205 έως το 1230 (μάχη της Κλοκότνιτζα). Με το ανοιχτό πράσινο σημειώνονται οι κατακτήσεις τού Θεοδώρου Δούκα Αγγέλου (1215-1230).
Μέσα σ’ αυτόν τον γεμάτο αυτοκράτορες βυζαντινό κόσμο, ο Ιωάννης Βατάτζης έπρεπε να υπερασπιστεί τον αυτοκρατορικό τίτλο που είχε κληρονομήσει από τον προκάτοχό του.
Η πρώτη σύγκρουση με το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήρθε το 1225 για την κατοχή της Αδριανούπολης. Οι κάτοικοι της πόλης έστειλαν πρεσβεία στον Βατάτζη ζητώντας του να στείλει δυνάμεις για την εκδίωξη την φραγκικής φρουράς. Ο τελευταίος άδραξε την ευκαιρία και το απόσπασμα που έστειλε κατέλαβε αναίμακτα την πόλη. Επίσης αναίμακτα αποχώρησαν, όταν ο Θεόδωρος Δούκας, ευρισκόμενος στην Θράκη, έσπευσε με τον στρατό του να εκδιώξει τη μικρασιατική φρουρά. Κατά τη στιγμή της παράδοσης, ο διοικητής των Νικαέων Ιωάννης Καμμύτζης δεν αφίππευσε, ούτε προσκύνησε τον Θεόδωρο μη αναγνωρίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο άλλον αυτοκράτορα Ρωμαίων, πέραν του Βατάτζη. Τα πνεύματα οξύνθηκαν (ο Θεόδωρος λίγο έλειψε να προβεί σε χειροδικία εναντίον του Καμμύτζη) αλλά τελικά δεν δόθηκε συνέχεια. Το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό της έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ηπείρου και Νικαίας. Μάλιστα, ο Καμμύτζης για την πράξη αυτή, τιμήθηκε με αξιώματα από τον Βατάτζη, κατά την επιστροφή του στη Νίκαια, αφού έδειξε στους κατοίκους της Θράκης ότι μόνον ο μονάρχης της Νικαίας ήταν ο γνήσιος «αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ασχολούμενος με εσωτερικά θέματα, όπως προαναφέρθηκε, και με στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, ο Ιωάννης δεν αντέδρασε σθεναρά στην απώλεια της Αδριανούπολης. Απέστειλε πρεσβεία με τον πατριάρχη Γερμανό Β΄ (1222-1240) στον Θεόδωρο (μετά τη στέψη του τελευταίου) απαιτώντας να αποποιηθεί τον τίτλο του αυτοκράτορα και να δεχθεί αυτόν του δεσπότη, κυβερνώντας ανενόχλητος τα εδάφη του υπό την τυπική επικυριαρχία της Νίκαιας. Ωστόσο και πάλι δεν προχώρησε σε ουσιαστικές ενέργειες εναντίον του Θεοδώρου όταν εκείνος απέρριψε τις προτάσεις του. Και αυτό επειδή είχε να αντιμετωπίσει νέα εισβολή των Φράγκων της Πόλης, που υπό την ηγεσία του νέου τους αυτοκράτορα, του ηλικιωμένου όσο και ιπποτικού Ιωάννη Βριέννου (de Brienne) προσπάθησαν να ανακαταλάβουν τα μικρασιατικά εδάφη που είχαν χάσει μετά τη μάχη στο Ποιμανηνό. Τελικά οι Φράγκοι εκδιώχθηκαν, ενώ οι βλέψεις της Ηπείρου εξανεμίστηκαν μετά τη μάχη της Κλοκοτνίτσα ή Κλοκοτινίτζα, κατά την οποία ο Ιωάννης Ασάν συνέτριψε τον στρατό του Θεοδώρου Δούκα. Στον θρόνο της Θεσσαλονίκης ανήλθε ο αδελφός του Θεοδώρου και γαμπρός τού Ασάν, Μανουήλ, ο οποίος εξακολουθούσε να φέρει τα αυτοκρατορικά διάσημα μολονότι ήταν ουσιαστικά υποτελής τού πεθερού του.
Ο ισχυρότερος, πλέον, άνδρας της Βαλκανικής ήταν ο Βούλγαρος ηγεμόνας και ο Βατάτζης έσπευσε να συμμαχήσει μαζί του. Η συμμαχία επισφραγίστηκε, κατά το έθος της εποχής, με τον γάμο τού γιου τού Βατάτζη, Θεοδώρου, με την κόρη του Ασάν Ελένη. Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, οι δύο σύμμαχοι ξεκίνησαν εκστρατείες στην Θράκη. Αμφότεροι έφτασαν μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης την οποία και πολιόρκησαν από κοινού το 1235 και το 1236, χωρίς όμως επιτυχία ( την ίδια χρονιά, 1235, οι Φίλιπποι παραχωρούνται ουσιαστικά από τον Ιωάννη Β΄ Άσαν στον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη ). Η επέμβαση Βενετών και Φράγκων της Πελοποννήσου αντίστοιχα απέτρεψε την πτώση της Πόλης. Είχε γίνει όμως σαφές ότι η πτώση της λατινοκρατούμενης Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά θέμα χρόνου. Ο ίδιος ο Πάπας αφόρισε τον Ασάν, απαίτησε από τον βασιλέα της Νίκαιας να σταματήσει τις εχθροπραξίες και κάλεσε τους ηγεμόνες της Δύσης να συνδράμουν με στρατεύματα τούς εν τη Πόλει ομοεθνείς τους. Τότε, ο ηγεμόνας των Βουλγάρων αποκήρυξε τη συμμαχία του με τον Βατάτζη, αντιλαμβανόμενος ότι ο σύμμαχός του ωφελείται πολύ περισσότερο από τον ίδιο. Επεδίωξε, μάλιστα, και πέτυχε να προσεταιριστεί τους Λατίνους της Πόλης, με την ελπίδα να γίνει κύριός της κατόπιν κάποιου διακανονισμού ή συνοικεσίου. Τελικά, εξ αιτίας αστάθμητων παραγόντων, η συμμαχία Βουλγάρων και Φράγκων δεν ευόδωσε. Εγκαταλείποντας τις κοινές με τους Λατίνους επιχειρήσεις, ο Ιωάννης Ασάν ανανέωσε τις συνθήκες και τις συμφωνίες με τον Βατάτζη. Το 1241 ο Βούλγαρος ηγεμόνας απεβίωσε, αφήνοντας στον θρόνο τον δεκαετή γιο του, Καλλιμάν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αυτοκρατορία της Νίκαιας απαλλάχθηκε από έναν επικίνδυνο και ικανό αντίπαλο και ο Βατάτζης έστρεψε την προσοχή του στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ήθελε να στερεώσει τις ευρωπαϊκές κτίσεις του πριν δώσει το οριστικό χτύπημα στην παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη.
            Εν τω μεταξύ, τα πράγματα στην αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης εξελίχτηκαν ως εξής: ο Θεόδωρος Δούκας, μετά τη μάχη της Κλοκότνιτζα, κατέστη αιχμάλωτος του Ιωάννη Ασάν. Μερικά χρόνια αργότερα, συνελήφθη να συνωμοτεί εναντίον του τελευταίου και τιμωρήθηκε με την ποινή της τύφλωσης. Τον θρόνο της Θεσσαλονίκης είχε καταλάβει ο Μανουήλ, αδερφός του τυφλού Θεοδώρου και την Ήπειρο  ο Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός Δούκας ανιψιός του τελευταίου. Όταν ο Ιωάννης Ασάν χήρεψε, ο Θεόδωρος του πρόσφερε την κόρη του. Έτσι, κατάφερε τελικά να αφεθεί ελεύθερος. Μπήκε κρυφά στην Θεσσαλονίκη όπου ανέτρεψε τον αδερφό του, Μανουήλ, και ανέβασε στον θρόνο τον γιο του, Ιωάννη. Ο Μανουήλ κατέφυγε αρχικά στους Σουλτάνους του Ικονίου και κατόπιν στη Νίκαια. Υποσχέθηκε στον Βατάτζη ότι αν τον συνέδραμε ώστε να καταλάβει τη συμβασιλεύουσα, θα την κυβερνούσε υπό την επικυριαρχία του. Όντως, ο αυτοκράτορας του έδωσε στρατό και στόλο και ο Μανουήλ απέπλευσε για την Ελλάδα. Αποβιβάστηκε στην Θεσσαλία, στον Παγασητικό το 1239. Χρησιμοποιώντας τον στρατό του ως μέσω πίεσης και χωρίς να πραγματοποιηθούν στρατιωτικές επιχειρήσεις, κατάφερε να γίνει διανομή των εδαφών του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος έλαβε την Θεσσαλία, ο αδερφός του, Θεόδωρος τη δυτική Μακεδονία και ο Ιωάννης παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη.
Δύο χρόνια αργότερα, απεβίωσαν ο Μανουήλ και ο Ιωάννης Β΄Ασάν, αφήνοντας τον Θεόδωρο (που ουσιαστικά κινούσε τα νήματα πίσω από τον Ιωάννη της Θεσσαλονίκης) και τον Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου κυρίαρχους στη νότια Βαλκανική. Με τον θάνατο του Μανουήλ, ο Βατάτζης βρήκε το κατάλληλο πρόσχημα για να διεκδικήσει ενεργά την υποταγή της περιοχής. Πρώτη ενέργειά του ήταν ο αφοπλισμός του ενεργητικού και πανούργου Θεοδώρου. Το πέτυχε με έναν ειρηνικό και “έντιμο” τρόπο: προσκάλεσε τον Θεόδωρο στη Νίκαια όπου τον υποδέχτηκε με τιμές. Όταν όμως αυτός ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία πληροφορήθηκε ότι ήταν αιχμάλωτος.
Την άνοιξη του 1242, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε κατά της Θεσσαλονίκης με στρατό και στόλο. Δεν πολιόρκησε την πόλη, αλλά απέσπασε όρκο υποταγής από τον συνονόματό του κυβερνήτη της και γύρισε εσπευσμένα στη Μικρά Ασία. Αιτία της αιφνίδιας διακοπής των επιχειρήσεων ήταν η εμφάνιση των Μογγολικών ορδών που σάρωσαν την ανατολική Μ. Ασία καθιστώντας υποτελείς τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Βυζαντινούς της Τραπεζούντας. Μπροστά στον κοινό κίνδυνο η Νίκαια και οι Σελτζούκοι συμμάχησαν. Η τύχη όμως ευνόησε ακόμα μια φορά τον Ιωάννη. Οι Μογγόλοι  εγκατέλειψαν ξαφνικά την περιοχή, λόγω εσωτερικών προβλημάτων, αφήνοντας αλώβητο το κράτος της Νίκαιας και αρκούμενοι σε έναν φόρο υποτελείας από τον Βατάτζη. Έτσι ακολούθησε μια περίοδος ανάπαυλας καθώς όλα τα γύρω κράτη ήταν εξασθενημένα (Ικόνιο, Λατινική Κωνσταντινούπολη, Βουλγαρία) ή υποτελή (Θεσσαλονίκη) στον Βατάτζη.
Το 1246  βρέθηκε στην Θράκη, όπου επιθεωρούσε τις φρουρές των πόλεων, εν όψει της λήξης ανακωχής με τους Φράγκους. Μαθαίνοντας ότι ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Καλιμάν, πέθανε αφήνοντας στον θρόνο τον ανήλικο αδερφό του, επετέθη κατά των Βουλγάρων. Σε σύντομο διάστημα προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Νικαίας ολόκληρη η νότια και νοτιοδυτική Βουλγαρία και τμήματα της Μακεδονίας. Σημαντικές πόλεις, όπως οι Σέρρες, η Βέροια, το Μελένικο και τα Σκόπια περιήλθαν υπό βυζαντινό έλεγχο, οι περισσότερες εξ αυτών αμαχητί ( ως κέντρο επιχειρήσεων ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης χρησιμοποίησε τους Φιλίππους, σύμφωνα με τον Ακροπολίτη ) Στράφηκε τότε και κατά της Θεσσαλονίκης την οποία κατέλαβε σε συνεργασία με δυσαρεστημένους από τη διακυβέρνηση του νέου δεσπότη Δημήτριου, αριστοκράτες της πόλης. Με τη συμβασιλεύουσα υπό την κατοχή του, ο Βατάτζης εδραίωσε τη θέση του ως μοναδικός βυζαντινός αυτοκράτορας στη συνείδηση του λαού. Προσεταιρίστηκε, επίσης, τον δεσπότη της Ηπείρου, Νικηφόρο, διάδοχο του Μιχαήλ Β΄ με την προοπτική συνοικεσίου. Μα ο Νικηφόρος αθέτησε τη συμφωνία και το 1251  επιτέθηκε κατά των πόλεων της Μακεδονίας που υπάγονταν στη Νίκαια. Χρειάστηκε μια ακόμα εκστρατεία και πολλές αμφίρροπες μάχες μέχρι τελικά να συνθηκολογήσει ο Νικηφόρος – με την προοπτική συνοικεσίου πάλι και λαμβάνοντας τον τίτλο του δεσπότη όπως οι προκάτοχοί του, αλλά με ακόμα λιγότερα εδάφη.
Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης πέθανε στις 3 Νοεμβρίου του 1254 στο Νυμφαίο και ενταφιάστηκε με μεγάλες τιμές και λαϊκό πένθος στην Μονή Σωσάνδρων, που ο ίδιος είχε χτίσει προς τιμήν της Παναγίας. Έπασχε από επιληψία, που με τον καιρό εκδηλωνόταν όλο και πιο έντονα. Ωστόσο η βασιλεία του υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη και η δράση του υμνείται ομόφωνα από όλους τους ιστορικούς, σύγχρονους ή μεταγενέστερους, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην Ιστορία. Υπήρξε πολύ αγαπητός στον λαό του και αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως άγιος με το όνομα Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων.

Δρ. Τάσος Σαββίδης
Κρηνίδες Φιλίππων, 25/04/2017






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου